08 Απριλίου 2025

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΠΙ ΕΡΗΜΗΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΒΑΘΜΟ

 ΑΠΟΦΑΣΗ 1288/2025 ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα τρίτο του Ν. 4335/2015, 28 του Ν. 4842/2021 και 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, προκύπτει ότι η προφορική συζήτηση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ, ισχύει όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών ή ενόψει της ισχύος κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης ως προς την αγωγή (άρθρα 271 παρ. 3 και 272 παρ. 1 ΚΠολΔ) και με την έφεση ο εκκαλών ζητεί την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού, οπότε η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται αμέσως χωρίς έρευνα των λόγων της έφεσης, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά στον πρώτο βαθμό, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δεν νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακρόασης και κατ' αντιδικία συζήτησης της υπόθεσης (άρθρο 20 παρ. 2 Συντ), αλλά και επιβάλλεται για να εξασφαλίζεται η ισότητα των όπλων (άρθρο 110 ΚΠολΔ) και η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 491/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 131/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 724/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 635/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1478/2019, ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, όταν ασκείται έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2915/2001, ήτοι από ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (ΑΠ 131/2022, ο.α., ΑΠ 1478/2019, ο.α.)· Η υποβολή τέτοιας δήλωσης από μη παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, για την οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, συνιστά μη προσήκουσα παράσταση αυτού, έστω και αν έχει καταθέσει προτάσεις, συνεπαγόμενη την ερημοδικία του, με αποτέλεσμα οι προτάσεις του και οι σε αυτές περιεχόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, καθώς και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικό μέσα, να μην λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 2150/2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 93/2013, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 220/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΤΝΠ Νόμος). Εάν ο μη προσήκοντος παριστάμενος και γι' αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εφεσίβλητος, τότε εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν κατά τη συζήτηση της έφεσης ερημοδικεί ο εφεσίβλητος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, εφόσον ο ίδιος επέσπευσε τη συζήτηση ή κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί σε αυτή. Αν ο εφεσίβλητος δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Σε περίπτωση επομένως, ερημοδικίας του εφεσίβλητου, η διαδικασία ως προς την έφεση, προχωρεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ, σαν να ήταν και αυτός παρών, ενώ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη από το διάδικο που δεν εμφανίσθηκε, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτή, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΜονΕφΑΘ 82/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 748/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 124/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 351/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 246/2020, ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος κατά της με αριθμό 3104/2023 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην αυτού κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 03-12-2020 και με Α.Κ.Δ. 12119/381/2020 αγωγή του. Όπως προκύπτει από τον με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 9386/7059/2023 στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και την από 14-11-2023 πράξη της αρμόδιας γραμματέα αυτού, ο προσδιορισμός της συζήτησης της έφεσης έγινε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντα, Αθανάσιο Αλεξόπουλο, που είχε συντάξει και καταθέσει την πιο πάνω αγωγή ενώπιον της γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την με αριθμό 1233Β/24-11-2023 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ευγενίας ***********, που επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της έφεσης εκκαλών, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και εκπροσωπήθηκε από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης, με την προαναφερόμενη πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 124 παρ. 1 και 2, 125, 126 παρ. 1 σι. α', 127 παρ. 1, 128, 226 και 498 ΚΠολΔ).Κατά την εκφώνηση όμως και συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η εφεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα ***********, με την από 25-09-2024 δήλωση που προκατέθεσε, σύμφωνα με ίο άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον εκκαλούντα - ενάγοντα εκδόθηκε ερήμην του, με αποτέλεσμα να είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτόν και την εφεσίβλητη - εναγόμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να μην εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, εφόσον δεν είναι επιτρεπτή η εμφάνιση της εφεσίβλητης κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, με την προαναφερόμενη έγγραφη δήλωση που υπογράφεται από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο της, βάσει της οποίας δεν θα παρασταθεί κατά την εκφώνησή της, αυτή δεν έλαβε μέρος κανονικά στην δίκη, έστω και αν κατέθεσε προτάσεις. Επομένως, εφόσον κατά την εκφώνηση της υπόθεσης η εφεσίβλητη εμφανίστηκε, πλην, όμως, δεν μετείχε κανονικά σιη συζήτησή της, πρέπει, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, να δικαστεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η διαδικασία σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. α’ ΚΠολΔ, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προτάσεις της και οι σε αυτές περιεχόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί της, καθώς και τα επικαλούμενα από αυτήν και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, για το παραδεκτό της συζήτησης της έφεσης, ο παριστάμενος εκκαλών προσκόμισε εντός της προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας των πέντε ημερών από τη συζήτησή της, αντίγραφα της αγωγής, των προτάσεων της εφεσίβλητης που είχε καταθέσει στην πρωτοβάθμια δίκη και των πρακτικών, που τηρήθηκαν κατ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 4 εδ. γ' ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, «Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθετούς λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση κατά ερήμην απόφασης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 724/2021, ο.α., ΑΠ 635/2020, ο.α., ΑΠ 1478/2019, ο.α., ΑΠ 476/2017, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 11/2016, ΤΝΠ Νόμος) και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει με τα δικόγραφα της έφεσης και των πρόσθετων λόγων της, καθώς και με τις προτάσεις του όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτόδικός, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 381/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 65/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1461/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 538/2019, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1075/2013, ΤΝΠ Νόμος). Του παρέχεται δηλαδή η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε ερήμην, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να ακουστεί και να προβάλει στο εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του ενδεχομένως επέφερε (ΑΠ 381/2023, ο.α., ΑΠ 131/2022, ο.α., ΑΠ 229/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 230/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 985/2015, ΤΝΠ Νόμος).Επομένως, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε ερήμην του διαδίκου, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, αλλά αρκεί η «τυπική» παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, δηλαδή η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκησή της (ΑΠ 285/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 368/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1055/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 579/2018, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 546/2014, ΤΝΠ Νόμος), καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 816/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1478/2019, ο.α., ΑΠ 476/2017, ο.α., ΑΠ 2150/2014, ο.α., ΑΠ 907/2014, ΤΝΠ Νόμος). Σε αντίθεση με την έφεση κατά αντιμωλία αποφάσεων, στην πραγματικότητα κατά κανόνα δεν προσάπτεται κάποιο «σφάλμα» στην ερήμην εκκαλουμένη απόφαση, αφού αυτή εκδόθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί του ερημοδικασθέντος διαδίκου, ώστε με την κρίση σχετικά με το νομότυπο της άσκησης της έφεσης να εξαφανίζεται αυτόθροα η πρωτόδικη απόφαση όχι γιατί η τελευταία είναι «εσφαλμένη», αλλά γιατί εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος και συνακόλουθα να μην απαιτείται η διάγνωση της βασιμότητας κάποιου λόγου έφεσης, αφού η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, λειτουργεί ως αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Επίσης, η διαφορετική διατύπωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ σε αντιπαραβολή με το άρθρο 535 ΚΠολΔ, το οποίο προϋποθέτει τη βασιμότητα κάποιου λόγου έφεσης, για να εξαφανιστεί η απόφαση, καταδεικνύει τη σαφή διαφοροποίηση των δύο περιπτώσεων (ΑΠ 546/2014, ο.α., ΑΠ 1015/2005, ΕλλΔνη 2005.1101). Ειδικότερα, εάν ο εκκαλών ήταν ο ενάγων που ερημοδικάστηκε, αν αυτός με την έφεσή του πλήττει την απόφαση στο σύνολό της, επικαλούμενος βασιμότητα της αγωγής του και προβάλλοντας εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψή της ή στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας αμφισβητεί το τεκμήριο της παραίτησης από την αγωγή ή ζητεί την ανατροπή του τεκμηρίου της παραίτησης από την αγωγή, που είχε συναχθεί από την ερημοδικία του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ, τότε η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της ως προς όλες τις διατάξεις της (ΑΠ 2150/2014, ο.α., ΕφΠειρ 33/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 10/2017, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 123/2016, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1376/2003, ΕλλΔνη 2004.557, ΕφΘεσ 2081/2003, Αρμ 2004.114). Μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, το οποίο μετατρέπεται ουσιαστικά σε πρωτοβάθμιο  δικαστήριο (ΑΠ 285/2023, ο.α., ΑΠ  579/2018, ο.α., ΑΠ 495/2017, Αρμ 2017.1515).

 

02 Ιανουαρίου 2020

ΝΟΜΙΚΗ - ΠΟΣΟΣΤΙΚΗ (ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ) - ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ ΠΡΑΞΗΣ
****************
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός  743/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
           Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Θεόκλητο Καρακατσάνη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Κ. Δ…
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
        Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 44 παρ. 2 Ν. 3994/2011 και πριν το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατ’ άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης (14-1-2015) και κατ’ άρθρο 72 Ν. 3494/2011, «αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται  να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατ’ απόφασης που εκδόθηκε ερήμην μεν του εκκαλούντος, πλην όμως ερευνήθηκε η υπόθεση ως εάν αυτός να ήταν παρών ή είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης ως προς την αγωγή (άρθρα 271, 272 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς τους οποίους μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται, επομένως η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε σαν να ήταν παρών και είχε συναχθεί σε βάρος του τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας, μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να ακουστεί και να προβάλει στο Εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει και πρωτοδίκως. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και εξαφανίζεται ως προς όλες τις διατάξεις της μετά την τακτική παραδοχή της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων της (Α.Π. 2150/2014,  Α.Π.  927/2014, Α.Π. 280/2012, A.Π. 1906/2008, Α.Π. 829/2008, Α.Π. 446/2007, Α.Π.338/2007, Εφ.Πατρ. 127/2018, Εφ Πειρ. 67/2016, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 10-1-2015 (αριθ. κατάθ. …….) έφεση του εναγομένου κατά της  335/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία (έφεση), ο εκκαλών, προβάλλοντας άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών του εφεσίβλητου, ζητεί να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 16-2-2009 (αριθ. κατάθ. ………) αγωγής του εφεσίβλητου εναντίον του, σε διαφορά που αφορά χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη λόγω προσβολής προσωπικότητας και να γίνει νέα συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσία, αφού κατά τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο ίδιος δεν παραστάθηκε και λόγω της ερημοδικίας του θεωρήθηκαν ομολογημένοι εκ  μέρους του οι πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος που περιέχονται στο δικόγραφό της, όπως περιγράφηκε στο σκεπτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Η έφεση αυτή ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, πριν από κάθε επίδοση και πριν από την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρα 499, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση αυτής στον εκκαλούντα εναγόμενο. Επομένως, εφόσον η έφεση φέρεται αρμόδια προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.) και έχει κατατεθεί για το παραδεκτό της το νόμιμο παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 4055/2012 (βλ. σχετικά τη βεβαίωση της  γραμματέως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την κατάθεσή της, με τα με αριθ. …………. παράβολα Δημοσίου και ΤΑΧ.ΔΙΚ αντίστοιχα), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και – ενόψει του ότι ο εκκαλών αρνείται στο σύνολό της τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της αγωγής, προβάλει τους ισχυρισμούς τους οποίους μπορούσε να προτείνει και πρωτόδικα και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης – πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρα 528 και 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί η αγωγή του εφεσίβλητου, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 του ιδίου κώδικα, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Η δε έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών (τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η προστασία και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως που απορρέει από αυτά) είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη, η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 1134/2017, Α.Π. 900/2017, Α.Π. 537/2016, Α.Π. 1315/2015, Α.Π. 481/2012, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η μεν ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία της αγωγής (Ολ.Α.Π. 18/1998, Α.Π. 492/2017, Α.Π. 192/2016, Α.Π. 59/2015, Α.Π. 171/2015, Α.Π. 119/2014, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), η δε έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής και η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (Ολ.Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 100/2017, ΑΠ. 43/2016, Α.Π. 575/2015, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361, 362 και 363 Π.Κ, συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παρανόμως από πρόθεση στην προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψή του, είτε με δυσφημιστικούς (συκοφαντικούς ή απλούς) ισχυρισμούς είτε με εξυβριστική συμπεριφορά, έχει το δικαίωμα να ζητήσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του. Σύμφωνα επομένως με τις ανωτέρω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από προσβολή της προσωπικότητάς του, πρέπει, μεταξύ άλλων, να γίνεται επίκληση α) συγκεκριμένης πράξης παράνομης προσβολής κάποιου αγαθού από τα αποτελούντα το περιεχόμενο του δικαιώματος του ενάγοντος στην προσωπικότητα και β) ότι η προσβολή προέρχεται από τρίτο (Απ. Γεωργιάδη – Μιχ. Σταθόπουλου, αστικός κώδιξ, Τόμ. Ι, υπ’ άρθρο 57, παρ. ΙΙΙ, αριθ. 1, 2, σ.σ. 102, 103, π.ρ.β.λ. και Α.Π. 193/2018, Α.Π. 1294/2017, Α.Π. 43/2016, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ……….., με την από 16-2-2009 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ………… αγωγή που απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος (ήδη εκκαλών) ………. άσκησε εναντίον του την από 3-1-2008 και με αριθ. έκθ. κατάθ. …………. αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την από 30-10-2008 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ………… αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ότι στα άνω δικόγραφα, που έχουν ακριβώς το ίδιο ιστορικό, περιέχονται ψευδείς, συκοφαντικές και δυσφημιστικές αναφορές για το άτομό του και ειδικότερα ότι είναι ψευδή, συκοφαντικά και δυσφημιστικά σε βάρος του τα εξής αναγραφόμενα από τον ίδιο (………… για τον εναγόμενο (…….) στην από 17-9-2008 εξώδικη διαμαρτυρία, δήλωση και πρόσκλησή του προς αυτόν, την οποία του κοινοποίησε νόμιμα στις 22-9-2008  « 1. ότι, ο αδελφός μου ………., παρά τα μεταξύ μας συμφωνηθέντα και αθετώντας δολίως και επί σκοπώ προσπορισμού παρανόμου οφέλους κάθε υπόσχεση και υποχρέωση, ανέλαβε, παραχώρησε και γενικώς, μεταβίβασε την χρήση και εκμετάλλευση του μισθίου — ξενοδοχείου στον αντίδικο ………., ο οποίος από τις αρχές του Ιουνίου 2008 εγκαταστάθηκε εν αγνοία μου και χωρίς προηγούμενη ειδοποίησή μου στο ως άνω ακίνητο της συνιδιοκτησίας μας και έκτοτε ο αντίδικος μου απαγορεύει να εισέλθω σε αυτό, ισχυριζόμενος ευθαρσώς και με κυνισμό σε συζητήσεις που πραγματοποιήσαμε και μάλιστα παρουσία τρίτων ότι, ο αδελφός μου …….. του το έχει πωλήσει και μεταβιβάσει έναντι ανταλλάγματος, ότι του έχει μεταβιβάσει ολόκληρη την επιχείρηση, ότι εκείνος καταβάλει κάθε δαπάνη για την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου. 2. Ότι, έχω διαπιστώσει ότι, ο αντίδικος εμφανίζεται σε τρίτους ως ξενοδόχος και διαχειριστής της περιουσίας και της κοινής με τα άλλα αδέλφια μου επιχειρήσεώς μας, συνάπτει συμβάσεις στο όνομα της δικής μας επιχείρησης και εις βάρος της φήμης και της αξιοπιστίας της επιχείρησής μας και της επωνυμίας της, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται προς ίδιον πλουτισμό, κατά παράβαση των όρων της αδείας λειτουργίας και εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου και κατ’ αρέσκειαν την επί σειρά ετών επωνυμία της επιχείρησής μας, έχοντας μεταβάλει αυτήν. Ασκεί προς ίδιον όφελος και πλουτισμό την εμπορική του δραστηριότητα μέσα στο δικό μας ακίνητο, που χρησιμοποιεί παρά τις οχλήσεις και διαμαρτυρίες μας, ενώ αυθαιρέτως παρακρατεί τα κινητά πράγματα της κυριότητάς μας και τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, έχοντας μάλιστα προκαλέσει φθορές και βλάβες σε αυτήν. 3. Ότι, ο ………., παρά τα μεταξύ μας συμφωνηθέντα, δεν έχει προβεί σε αποκατάσταση του αποχετευτικού συστήματος του ξενοδοχείου (μη θέση σε λειτουργία του βιολογικού καθαρισμού), με αποτέλεσμα να αναδίνεται σε όλο το χώρο του ξενοδοχείου έντονη δυσοσμία και να υπάρχει συσσώρευση ακαθαρσιών και βοθρολυμμάτων, που αποτελεί ένα θλιβερό θέαμα για τους πελάτες. 4. Ότι, το καζάνι ύδατος είναι πλήρως κατεστραμμένο και χρήζει άμεσης αντικατάστασης. 5. Ότι, ο ……….. έχει προβεί σε διάφορες πολεοδομικές παρεμβάσεις και προσθήκες μη νομίμως χωρίς οιαδήποτε γνώση μας. 6. Ότι, ο αντίδικος (………) έχει προβεί σε χρωματισμό των πολυτελών καθισμάτων (πολυθρόνες) του σαλονιού του ξενοδοχείου. 7. Ότι ο τελευταίος αντικατέστησε το έπιπλο της ρεσεψιόν και αντ’ αυτού τοποθέτησε στο χώρο αυτό (ρεσεψιόν, υποδοχής) ένα φθηνής αισθητικής και αξίας έπιπλο από φορμάικα. Την κλειδοθήκη την τοποθέτησε στο πάτωμα της ρεσεψιόν. 8. Ότι ο αντίδικος (…) έχει προβεί αυθαιρέτως σε κατάληψη του ακάλυπτου χώρου της αυλής του ξενοδοχείου που ευρίσκεται στο οπίσθιο μέρος αυτού, τοποθετώντας και παρκάροντας στο χώρο αυτό 40-50 δίκυκλα μοτοποδήλατα, τα οποία μισθώνει και εκμεταλλεύεται. 9. Ότι το κλιματιστικό, που ευρίσκεται στην αίθουσα σερβιρίσματος του πρωινού της καφετέριας, είναι πλήρως κατεστραμμένο και δεν έχει επιδιορθωθεί. 10. Ότι η πόρτα, στο οπίσθιο τμήμα της εισόδου της καφετέριας του ξενοδοχείου, είναι πλήρως κατεστραμμένη – σπασμένη. 11. Ότι το φρεάτιο, που ευρίσκεται στην είσοδο της βεράντας του ξενοδοχείου, δεν λειτουργεί, λόγω πλήρους καταστροφής του ελαστικού του. 12. Ότι ο αντίδικος (……..), χωρίς την προηγούμενη ειδοποίησή μας, έχει μεταβάλλει το διακριτικό τίτλο της επιχείρησής μας από «…..» σε «……». 13. Ότι, ο αντίδικος (………..), όλως αυθαιρέτως και χωρίς προηγούμενη ειδοποίησή μας, έχει προβεί σε αλλαγή της κλειδαριάς της κυρίας εισόδου της επιχείρησής μας. 14. Ότι, οι ως άνω παρανομίες και αυθαιρεσίες του αντιδίκου (……..) έχουν μειώσει σημαντικά την πελατεία του ξενοδοχείου μας, ενώ έχει πληγεί βαρύτατα η φήμη και αξιοπιστία της επιχείρησής μας, για την αποκατάσταση της οποίας δήλωνα επιφυλάξεις ότι πρόκειται να λάβει εναντίον του για την αποκατάσταση πάσης βλάβης (περιουσιακής, ηθικής, κ.λ.π.). 15. Ότι, την 14-9-2008, ημέρα Κυριακή, ο αντίδικος ……….., άνευ προηγούμενης ειδοποιήσεώς μου, προέβη αυθαιρέτως σε αλλαγή των κλειδαριών του δωματίου του δώματος (ταράτσας) του ξενοδοχείου και έκτοτε, παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα στο από 24-8-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγ. μισθώσεως, μου απαγορεύει να εισέλθω στο ως άνω δώμα που χρησιμοποιούσα επί σειρά ετών και είχα παν δικαίωμα να χρησιμοποιώ ως κατοικία μου και μάλιστα, είχα το δικαίωμα να διαμένω κατά τις θερινές διακοπές μου, και ότι, δεν μπορούσα να παραλάβω τα προσωπικά μου αντικείμενα (κυρίως προσωπικά έγγραφα, ταξιδιωτικά, νομιμοποιητικά (δελτίο αστυνομικής ταυτότητος, διαβατήριο, κάρτες, χρήματα, συμβόλαια, τιμαλφή και ιματισμό). 16. Ότι ο αδελφός μου ………., δολίως και κρυφά, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, μίσθωσε αντισυμβατικώς και κακοπίστως στον αντίδικο ……….. την άδεια λειτουργίας της επιχειρήσεως και το χώρο και τις εγκαταστάσεις του ακινήτου του. 17. Ότι, παρά τις οχλήσεις και διαμαρτυρίες μου, ο αντίδικος ………. παραμένει στο ως άνω ακίνητο, το νέμεται και το κατέχει παράνομα, χωρίς τη θέλησή μου και χωρίς να έχει κάποιο δικαίωμα, εμπράγματο ή ενοχικό. 18. Ότι, ο αντίδικος ………., τα έσοδα από την εκμετάλλευση της επιχείρησης δεν τα δηλώνει στην αρμοδία οικονομική εφορία του, από την οποία φορολογείται και γενικώς, ασκεί στην ως άνω εμπορική – επιχειρηματική δραστηριότητα λάθρα και παρανόμως. 19. Ότι, ο αντίδικος ……….. αναιδώς τον εξυβρίζει και τον χλευάζει, αρνούμενος να αποχωρήσει από το ως άνω ακίνητο. Και ότι … όλα τα ανωτέρω αναγραφόμενα σε βάρος του (……….), τα οποία ο α’ των εναγόμενων (……..), αναισχύντως δρων, τα διαδίδει σε ολόκληρη την πόλη της …., χαρακτηρίζοντάς τον (………) ως “λαμόγιο, απατεώνα, αδίστακτο, εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου, φυγόποινο που έχει καταδικαστεί σε δεκάδες χρόνια φυλακή αλλά διαφεύγει της συλλήψεως με περίεργο τρόπο, ότι από μέρα σε μέρα επίκειται η σύλληψή του, ούτως ώστε να ξεβρωμίσει η ….. από ένα απόβρασμα σαν και αυτόν”, τα οποία όχι μόνον δεν έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα αποτελούν ενσυνείδητη διαστρέβλωση αυτής, αφού τόσο η προσωπική, όσο και η επαγγελματική ζωή του (……..) διαπνέονται και διακατέχονται από ηθικές αρχές, εντιμότητα, ευπρέπεια και αξιοπρέπεια, με φυσικό επακόλουθο, όπως άλλωστε θα αναλύσει κατωτέρω, να έχει υποστεί τεραστία βλάβη η τιμή, η υπόληψη και η επαγγελματική tου υπόσταση..». Ότι από τα άνω ψεύδη και συκοφαντίες προσβλήθηκε παράνομα η τιμή του, η υπόληψή του και η εν γένει προσωπικότητα του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 49.956,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από την ως άνω σε βάρος του, ενέχουσα προσβολή της προσωπικότητάς του, αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, επιφυλασσόμενος να ζητήσει την επιδίκαση περαιτέρω ποσού 44,00 ευρώ χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, β) να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου χρηματική ποινή ποσού 10.000,00 ευρώ σε περίπτωση παράβασης του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να κηρυχθεί η τελευταία προσωρινά εκτελεστή, δ) να απαγγελθεί, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθεισόμενης απόφασης, η προσωπική κράτηση του εναγομένου λόγω της τελεσθείσας εκ μέρους του αδικοπραξίας και ε) να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική του δαπάνη.
Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή παραδεκτά και αρμόδια εισήχθη για να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιου Δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 22 και 35 Κ.Πολ.Δ.), κατά την τακτική διαδικασία. Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της προκύπτει ότι ο ενάγων δεν επικαλείται σ’ αυτή αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία, τα οποία συνιστούν προϋποθέσεις της αιτούμενης έννομης προστασίας. Ειδικότερα, δεν εκθέτει συγκεκριμένους συκοφαντικούς ισχυρισμούς και δυσφημιστικές διαδόσεις και εκφράσεις που ο εναγόμενος επικαλέστηκε εν γνώσει της αναλήθειάς τους σε βάρος του για να πλήξει παράνομα αγαθό από τα αποτελούντα το περιεχόμενο του δικαιώματός του στην προσωπικότητά του, στοιχείο που είναι αναγκαίο για τον προσδιορισμό και τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος. Πιο συγκεκριμένα, με τα επικαλούμενα στην αγωγή άνω δικόγραφα του εναγομένου (αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και αγωγή ενώπιον του Μονομελούς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αντίστοιχα) ο τελευταίος δεν εμφανίζεται να απευθύνει στον ενάγοντα συγκεκριμένους συκοφαντικούς ή δυσφημιστικούς χαρακτηρισμούς που να περιέχουν, κατά την κοινή αντίληψη, αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ως προσώπου ή περιφρόνηση αυτού και συνακόλουθα να συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αλλά προβαίνει μόνο σε άρνηση της βασιμότητας των άνω ισχυρισμών που περιέχονται στην από 17-9-2008 εξώδικη διαμαρτυρία του ενάγοντος εναντίον του, οι οποίοι, σημειωτέον, προέρχονται από τον ίδιο το φορέα της φερομένης ως προσβαλλομένης προσωπικότητας (ενάγοντα). Ανεξάρτητα όμως από την αλήθεια ή μη των ισχυρισμών αυτών, δεν δικαιολογείται επαρκώς το παράνομο της άρνησής τους από τον εναγόμενο, με την υποβολή τους με τα άνω δικόγραφά του προς κρίση ενώπιον Δικαστηρίων στα πλαίσια του δικαιώματός του για παροχή έννομης προστασίας κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι η άρνησή του αυτή, από μόνη της ως γεγονός, δεν είναι πρόσφορη να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και δεν εκτίθενται στην αγωγή πρόσθετα και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά παράνομης προσβλητικής συμπεριφοράς του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος που να δικαιολογούν τέτοια βλάβη του τελευταίου και να δύναται να θεμελιώσουν το αξιούμενο με την αγωγή δικαίωμά τουΟύτε ακόμη δικαιολογείται επαρκώς κατά ποιόν τρόπο οι εκτιθέμενοι ισχυρισμοί ενεργούν μειωτικά για την τιμή και την υπόληψή του ενάγοντος ως ατόμου και βλάπτουν παράνομα την προσωπικότητά του, καίτοι το άνω περιεχόμενό τους δεν εμφανίζεται δυσμενές γι’ αυτόν αλλά μόνο για τον εναγόμενο και τον αδελφό του ενάγοντος ……….. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, δέχτηκε την αγωγή ως ορισμένη (εκτιμώντας εσφαλμένα ότι αναφέρονται σ’ αυτή συγκεκριμένες πράξεις παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος από τον εναγόμενο, οι οποίες δύναται να θεμελιώσουν το αξιούμενο με την αγωγή δικαίωμα), εσφαλμένα εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου και δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής λόγω ποσοτικής (πραγματικής) αοριστίας, κατά την έννοια που προεκτέθηκε. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του υποστηρίζοντος τα ανωτέρω, κατ’ άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ, δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή (η εξέταση των λοιπών λόγων της παρέλκει πλέον), να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και αφού κρατηθεί και εκδικασθεί εξαρχής η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ο εφεσίβλητος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, αφού μόνο σ’ αυτόν ο εκκαλών παραστάθηκε και υποβλήθηκε σε έξοδα (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα  στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον εκκαλούντα των κατατεθέντων απ’ αυτόν παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την από 10-1-2015 και με αριθ. έκθ. κατάθ. ……. έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθ. 335/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία).
Κρατεί και δικάζει επί της από 16-2-2009 και με αριθ. κατάθ. ……. αγωγής.
Απορρίπτει αυτή.
Καταδικάζει τον εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ. Και            Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα του παραβόλου των διακοσίων (200,00) ευρώ που κατατέθηκε απ’ αυτόν με τα υπ’ αριθ. ……. και ……  παράβολα Δημοσίου, ποσού σαράντα (40,00) ευρώ εκάστου και τα υπ’ αριθ. ……. και ….. παράβολα ΤΑΧ.ΔΙΚ, ποσού εξήντα (60,00) ευρώ εκάστου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 13 Δεκεμβρίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

25 Ιουλίου 2019

Περίληψη της 7/2019 απόφασης του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας: Προϋποθέσεις κατάργησης δίκης σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή μετά τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων

Με την 7/2019 απόφαση του κατά το άρθρο 99 του Συντάγματος και τον Ν. 693/1977 Ειδικού Δικαστηρίου προς εκδίκαση αγωγών κακοδικίας, κηρύχθηκε, κατόπιν κατάθεσης σχετικής δήλωσης παραίτησης, καταργημένη η δίκη που είχε ανοιγεί με την από 6.11.2018 αγωγή των Λ.Κ. και Ε.Ρ. κατά της Εισαγγελέως και των Επίκουρων Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς,. Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες ζήτησαν, κατόπιν μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε αυτούς αποζημίωση για την αποκατάσταση της βλάβης που κατά τους ισχυρισμούς τους υπέστησαν από τη δημοσίευση στον Τύπο στοιχείων και πληροφοριών που τους αφορούν, τα οποία εξήχθησαν με υπαιτιότητά των εισαγγελικών λειτουργών από δικογραφία, στην οποία αυτοί είχαν αποκλειστική πρόσβαση, κατά παραβίαση της αρχής της μυστικότητας της προκαταρκτικής εξέτασης και των διατάξεων περί υπηρεσιακού απορρήτου.
            Ειδικότερα, το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 12, 14 και 15 του ν. 693/1977 και 294 και 295 ΚΠολΔ, έκρινε ότι το απώτατο χρονικό σημείο, μέχρι του οποίου ο ενάγων δικαιούται μονομερώς να παραιτηθεί, είναι η καταληκτική ημερομηνία κατάθεσης προτάσεων, δηλαδή είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση της αγωγής. Περαιτέρω, έκρινε ότι, εάν η δήλωση παραίτησης κατατεθεί πέραν αυτού του χρονικού σημείου, η κατάργηση της δίκης κηρύσσεται με δικαστική απόφαση και υπό την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος δεν αντιλέγει ή δεν αμφισβητείται η παραίτηση. Τέλος, έκρινε ότι οι δικονομικές συνέπειες της παραίτησης επέρχονται και παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος αντιλέγει, εφόσον αυτός δεν επικαλείται και δεν πιθανολογεί το έννομο συμφέρον του για την έκδοση οριστικής απόφασης. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι, εν προκειμένω, οι εναγόμενοι αντέλεξαν χωρίς να επικαλεστούν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν το έννομο συμφέρον τους για την έκδοση οριστικής απόφασης, το δε Δικαστήριο δεν δικαιούται, στο πλαίσιο της εξουσίας διάθεσης των διάδικων μέρων και προς χάριν διασφάλισης της αντικειμενικότητας και της ουδετερότητάς του, να προβεί το ίδιο σε εκτίμηση μη προταθέντων ισχυρισμών, δυνάμενων να θεμελιώσουν τη συνδρομή ή μη του εννόμου συμφέροντος. Κατά τη μειοψηφήσασα άποψη, οι εναγόμενοι ανταποκρίθηκαν στο δικονομικό βάρος επίκλησης και πιθανολόγησης του εννόμου συμφέροντός τους, εκθέτοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς στο υπόμνημά τους, λαμβανομένων περαιτέρω υπόψη της βαρύτατης ηθικής μομφής που τους αποδίδεται αλλά και των δικονομικών λόγων που αυτοί επικαλούνται με το ίδιο υπόμνημα και που δικαιολογούν την έκδοση οριστικής απόφασης, οι οποίοι συνίστανται στην αδυναμία έγερσης εις βάρος τους νέας αγωγής, εφόσον η ασκηθείσα απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του αναγνωριστικού της  χαρακτήρα.

29 Μαΐου 2019


ΑΡΘΡΟ 116 & 205 ΚΠολΔ (ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ)

Απόφαση 3978/2018 ΜονΕφΑθ

(...) Περαιτέρω, στο σημείο τούτο πρέπει να επισημανθούν, ειδικότερα, τα ακόλουθα σε σχέση με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων:  
Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87 με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο § 4 του αυτού άρθρου και Νόμου, από 01-01-2016) «Ο Δικαστής αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στον διάδικο ή στον νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000,00) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500,00) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, αν προκύψει από τη δίκη, που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Αντίγραφο της απόφασης αυτής γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της Γραμματείας». Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται, αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξεως, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως, η υποχρέωση του Δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση, όμως, αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διατάξεως, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διατάξεως, νοείται το μέσο προστασίας, που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ισχυρισμός, που προτάθηκε, ενώ ήταν αναληθής. Το καθήκον αλήθειας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαριά αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ’ ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 1443/ 2014, ΑΠ 738/2012, ΜΕφΑθ 4944/2015, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «Νόμος»). (...) Περαιτέρω, στο σημείο τούτο πρέπει να επισημανθούν, ειδικότερα, τα ακόλουθα σε σχέση με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων:  Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87 με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο § 4 του αυτού άρθρου και Νόμου, από 01-01-2016) «Ο Δικαστής αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στον διάδικο ή στον νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000,00) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500,00) ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, αν προκύψει από τη δίκη, που έγινε, ότι, αν και το γνώριζαν: 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Αντίγραφο της απόφασης αυτής γνωστοποιείται αμέσως στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της Γραμματείας». Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται, αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξεως, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως, η υποχρέωση του Δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση, όμως, αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διατάξεως, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διατάξεως, νοείται το μέσο προστασίας, που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ισχυρισμός, που προτάθηκε, ενώ ήταν αναληθής. Το καθήκον αλήθειας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαριά αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ’ ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 1443/ 2014, ΑΠ 738/2012, ΜΕφΑθ 4944/2015, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «Νόμος»).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
(...) Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων-εκκαλούντων και του πληρεξουσίου Δικηγόρου τους χρηματική ποινή ποσού χιλίων (1.000,00) ευρώ, επιμεριζόμενη συμμέτρως μεταξύ αυτών, ως ποινή τάξης για παράβαση των χρηστών ηθών, της καλής πίστης και του καθήκοντος αλήθειας, η οποία θα περιέλθει στο ελληνικό δημόσιο ως δημόσιο έσοδο. 
Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης-εφεσίβλητης και της πληρεξούσιας Δικηγόρου της χρηματική ποινή ποσού χιλίων (1,000,00) ευρώ, επιμεριζόμενη συμμέτρως μεταξύ αυτών, ως ποινή τάξης για παράβαση των χρηστών ηθών, της καλής πίστης και του καθήκοντος αλήθειας, η οποία θα περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο. 
Διατάσσει την άμεση γνωστοποίηση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Υπουργείο Οικονομικών με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου. 
Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων-εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης - εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700,00) ευρώ.    
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ & ΕΞΩΔΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
ΕφΑθ 5561/2000
Εισηγητής: Αντώνιος Ζευγώλης.
Απόσπασμα : .....................................................
Οπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 293, 904 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ και 871 του ΑΚ, εφόσον τηρηθούν οι πανηγυρικές διατυπώσεις που αναφέρονται στις διατάξεις του πρώτου των ως άνω άρθρων, η σύμβαση του δικαστικού συμβιβασμού που καταρτίζεται συνεπάγεται, αφενός μεν την κατάργηση της δίκης που εκκρεμεί μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 927/1988 ΕλλΔνη 31. 57, ΕφΑθ 8919/1989 ΕΔΠ 1990/37, ΕφΘεσ 199/1986 ΕλλΔνη 28.321, ΕφΑθ 8999/1984 ΝοΒ 33.299, ΕφΠειρ 1024/1985 ΝοΒ 34.91), αφετέρου στην εκτελεστότητα (ΟλΑΠ 2092/1988 ΝοΒ 35.1629, ΑΠ 1220/1980 ΝοΒ 29.548, ΕφΘεσ 199/86 ο.Π., ΕφΠειρ 1024/1985 ο.π.). Ομως, ο, κατά την διάρκεια της δίκης χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 293 ΚΠολΔ, καταρτιζόμενος εξώδικος συμβιβασμός, δεν καταργεί μεν τη δίκη, αν όμως ο εξώδικος αυτός συμβιβασμός μεταπέσει σε δικαστικό δια της επαναλήψεως υπό των διαδίκων της εξώδικης συμφωνίας τους στο δικαστήριο ή στο συμβολαιογράφο, επέρχεται και πάλι κατάργηση της δίκης αλλά από του χρόνου που οι δηλώσεις τους θα καταχωρηθούν στα πρακτικά ή σε συμβολαιογραφικό έγγραφο και όχι από το χρόνο κατάρτισης του εξώδικου συμβιβασμού (Βαθρακοκοίλη ΕρμΚωδΠολΔ υπό το άρθρο 293 σημ. 62). Ως προς την πρώτη των ως άνω συνεπειών, την κατάργηση δηλαδή της δίκης, αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς πρόσθετη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των διαδίκων ή ενέργεια του δικαστηρίου, καθόσον η συνέπεια αυτή επέρχεται από το νόμο στον οποίο ρητώς διαγράφεται, έχει δε περαιτέρω τα αποτελέσματα τα οποία επίσης διαγράφονται στο νόμο (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), θεωρείται δηλαδή ότι η αγωγή, ανακοπή κ.λ.π. δεν ασκήθηκε και αίρονται οι συνέπειές τους (ΑΠ 992/1986 ΝοΒ 35.1226 ΑΠ 905/1980 ΕΕΝ 48.47, ΕφΑθ 2596/1990 ΕλλΔνη 31.1498). Εξάλλου, ο δικαστικός συμβιβασμός, που κατά βάση αποτελεί σύμβαση του ουσιαστικού δικαίου και του οποίου οι συνέπειες είναι αποτέλεσμα της σύμπτωσης των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, δεν εξομοιώνεται με δικαστική απόφαση η οποία περιέχει κρίση για τη ζητούμενη δικαστική προστασία και ακριβώς επιφέρει τις συνέπειές της απ` αυτήν την κρίση και επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τελεσιδικία στην περίπτωση του δικαστικού συμβιβασμού, αφού κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 321 ΚΠολΔ) τελεσιδικία σημαίνει το απρόσβλητο των δικαστικών αποφάσεων με τακτικά ένδικα μέσα, ενώ ο δικαστικός συμβιβασμός είναι απρόσβλητος από ένδικα μέσα και δεν δημιουργεί ουσιαστικό δεδικασμένο (ΑΠ 499/1979 ΝοΒ 28.1031, ΑΠ 1412/1979 ΕΕΝ 1980.151, ΕφΘεσ 199/1986 ΕλλΔνη 28.321, ΕφΘεσ 345/1963 Αρμ. 1963.704, ΕφΑθ 8919/1989 ΕΔΠ 1990.37). Ούτε όμως και η παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή του δικαιώματος που ασκήθηκε μ` αυτά, η οποία επιχειρείται με δικαστικό συμβιβασμό έχει σαν αποτέλεσμα την τελεσιδικία και την παραγωγή δεδικασμένου, αφού δεν υφίσταται απόφαση, μόνη δε συνέπεια και στις περιπτώσεις αυτές είναι η κατάργηση της δίκης που ανοίχθηκε με τα σχετικά δικόγραφα (άρθρα 295, 296, 299 ΚΠολΔ). Ετσι, αν στα πλαίσια του δικαστικού συμβιβασμού που επιχειρείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενόψει της εκκρεμούσης δίκης που ανοίχθηκε με ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων παραιτηθεί από του δικογράφου της ανακοπής ή και του δικαιώματος που ασκείται μ` αυτήν, η παραίτηση μεν αυτή είναι ισχυρά και επιφέρει την κατάργηση της δίκης (άρθρα 295, 296, 299 ΚΠολΔ), σε τρόπον ώστε να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ποτέ, δεν παράγεται όμως συνεπεία της παραιτήσεως αυτής και της καταργήσεως της δίκης δεδικασμένο, ούτε δημιουργείται τελεσιδικία, σε τρόπον ώστε να θεωρείται ότι επέρχεται τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που επιδικάζεται με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Μόνο δε μετά την επίδοση εκ νέου της διαταγής πληρωμής, εφόσον πλέον θεωρείται ότι η ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ κατ` αυτής δεν ασκήθηκε ποτέ και την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δέκα ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ χωρίς να ασκηθεί ανακοπή κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, επέρχεται τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που επιδικάζεται με τη διαπάνη πλnρωμής.

04 Μαΐου 2019

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4596/2019  (ΦΕΚ Α΄,32/25-2-2019)  
Κύρωση του Πρωτοκόλλου υπ' αριθμ,. 16 στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών
Άρθρο 6
Τεκμήριο Αθωότητας
Στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 72Α, ως εξής:

"Άρθρο 72Α
Τεκμήριο αθωότητας
Οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο αυτό."

********************************************************************************

ΑΠΟΦΑΣΗ αριθμ. Γ5α/Γ.Π.οικ.24768/29-3-2019 (ΦΕΚ Β΄/1337/22-4-2019)
Καθορισμός δικαιολογητικών, διαδικασίας, όρων και προϋποθέσεων για τη χορήγηση βεβαίωσης άσκησης ιατρικού επαγγέλματος καθώς και τίτλου ιατρικής ειδικότητας.

΄Αρθρο 4
ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ

1. Η ισχύς της βεβαίωσης αναστέλλεται από τον Π.Ι.Σ. αν:
α. επιβληθεί στο ιατρό πειθαρχική ποινή στέρησης του δικαιώματος της άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος για ορισμένο χρονικό διάστημα, από το Α.Π.Σ.Ι. ή από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του οικείου Ιατρικού Συλλόγου,
β. για ορισμένο χρονικό διάστημα ο ιατρός στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα και για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή, 
γ. ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του ιατρού για τα αδικήματα της περίπτωσης ε΄ του άρθρου 114 του ν.4600/2019 (ΦΕΚ 43Α΄). Στην περίπτωση αυτή η αναστολή διαρκεί μέχρι την έκδοση της σχετικής αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

17 Ιανουαρίου 2019

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ. Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ / ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΟΠΩΣ ΕΠΙΚΥΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΩΝΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΧΘΕΙ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕΣΩ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΤΟ ΓΑΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ-ΛΟΙΠΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Αριθμός απόφασης: .... /2018 
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή ........., Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Πρόεδρο Πρωτοδικών και από τη Γραμματέα ................
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ............. 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ....., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της ..................., κατοίκου Λαμίας, οδός ..............
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ....., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του ................., κατοίκου Λαμίας, οδός ........................
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από ...........2017 και με αριθμό κατάθεσης ........../17 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της ...............2017, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά του ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 115 § 3 ΚΠολΔ, «με την επιφύλαξη των υποθέσεων των μικροδιαφορών, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική», κατά δε το άρθρο 591 § 1 ΚΠολΔ στις ειδικές διαδικασίες «οι προτάσεις κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση» (στοιχ. γ'), ενώ «τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα» (στοιχ. δ'), όπως οι ως άνω διατάξεις ισχύουν μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 9 § 2 αυτού εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές.
Έτσι, υπό το νέο καθεστώς του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, πλην των υποθέσεων των μικροδιαφορών, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 115 § 3 και 591 § 1 στοιχ. γ' και δ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε όλες τις ειδικές διαδικασίες, επομένως και σε εκείνη των οικογενειακών διαφορών, οι διάδικοι πρέπει να καταθέτουν το αργότερο κατά τη συζήτηση υποχρεωτικά προτάσειςoι οποίες περιέχουν όλους τους ισχυρισμούς τους, αποκλειόμενης της δυνατότητας προβολής ισχυρισμών μόνο προφορικά στο ακροατήριο. Ισχυρισμοί προβληθέντες προφορικά χωρίς να περιλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τυγχάνουν απαράδεκτοι και δεν μπορούν να ληφθούν πλέον υπ' όψιν [βλ. ad hoc ΜονΠρΚαλαμ 110/2016 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» και Στ. Πανταζόπουλο, Οι νομοθετικές τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 στις δίκες των ειδικών διαδικασιών (άρθρα 591 επ ΚΠολΔ), ΕλλΔνη 2016. 659, Χ. Σεβαστίδη, Οι ειδικές διαδικασίες στον νέο ΚΠολΔ (ν. 4335/2015), ΕλλΔνη 2016. 74, Σ. Μούζουρα, Οι γενικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών - Οι διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση - Περιουσιακές διαφορές ΕλλΔνη 2016. 81, Π. Γιαννόπουλο, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά τον ν. 4335/2015, ΕΠολΔ 2015.453επ, § 2.3.6 σ. 468].
Επίσης, από τον συνδυασμό των άρθρων 595 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο, μεταξύ άλλων, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και 260 § 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο, «αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται», προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των διαφορών οικογενειακού δικαίου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι μόνο όταν ένας εξ αυτών απολείπεται δικονομικώς, ενώ, επί απουσίας και των δύο διαδίκων εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 260 § 1 ΚΠολΔ, οπότε και ματαιώνεται η συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου, αν η μη εμφάνιση ή η μη προσήκουσα εμφάνιση των διαδίκων διαπιστωθεί μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, η ματαίωση της συζήτησης κηρύσσεται με δικαστική απόφαση (Εφθεσ 2714/2009, ΕφΑΘ 8862/2000 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»}.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της, που κατατέθηκε την ...2017, ισχυριζόμενη ότι ασκεί δυνάμει της υπ' αριθ. ....../2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) την προσωρινή επιμέλεια του προσώπου των ανήλικων τέκνων της, ...., που απέκτησε από το νόμιμο γάμο που τέλεσε με τον εναγόμενο, με τον οποίον έχει διακόψει την έγγαμη συμβίωση της, ζητεί να ανατεθεί αποκλειστικά σ' αυτήν η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανωτέρω ανηλίκων, καθώς είναι καταλληλότερη προς τούτο, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει για την τακτική διατροφή των προαναφερθέντων ανήλικων τέκνων τους, λόγω του ότι αυτά στερούνται ιδίων πόρων ζωής, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής, ήτοι από την ....2017 έως την .....2020, το συνολικό ποσό των 480,00 ευρώ μηνιαίως, ήτοι το ποσό των 240,00 ευρώ μηνιαίως, για κάθε τέκνο, προκαταβολικά το πρώτο τριήμερο κάθε ημερολογιακού μήνα, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ σε βάρος του εναγόμενου, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεων της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά της έξοδα.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής, η οποία έχει κατατεθεί μετά την 01.01.2016 και επ' αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 4335/2015 και αρμοδίως φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (αρθρ. 22, 39Α, 17 § 2 και 218 § 1 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 592 αριθ. 3, 593-602 και 610-613 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους χωρίς όμως να καταθέσουν έγγραφες προτάσεις.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής με σχετικές δηλώσεις των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, που καταχωρίστηκαν στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, δήλωσαν ότι επιθυμούν την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το από 20.04.2018 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης εννόμων σχέσεων μεταξύ εν διαστάσει συζύγων, που υπογράφεται από τους ίδιους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, δυνάμει του οποίου αυτοί συμφώνησαν το μεν δικαίωμα επιμέλειας των τέκνων να ανατεθεί αποκλειστικά στον εναγόμενο, η δε εδώ ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα να αξιώσει διατροφή για λογαριασμό των προαναφερθέντων τέκνων.
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό και ανεξάρτητα του ότι η περιεχόμενη σ' αυτό συμφωνία ως προς την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους στον εναγόμενο δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής αφού ο τελευταίος δεν άσκησε το σχετικό δικαίωμά του με κάποιον έγκυρο δικονομικά τρόπο (λ.χ. ανταγωγή), θα έπρεπε να εισφερθεί στη δίκη μέσω της προβλεπομένης ως άνω διαδικασίας με υποχρεωτική κατάθεση προτάσεων, η οποία αποτελεί αναγκαίο όρο για τη νόμιμη παράσταση των διαδίκων στο δικαστήριο.
Επομένως, στην υπό κρίση αγωγή από τη μη κατάθεση έγγραφων προτάσεων εκ μέρους των διαδίκων συνάγεται ότι η παράσταση τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δεν είναι προσήκουσα και συνεπώς μη δικονομικώς έγκυρη, με αποτέλεσμα, ως εκ της ερημοδικίας και των δυο διαδίκων, η συζήτηση να πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ματαιωμένη τη συζήτηση της υπόθεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στην Λαμία στις..............2018, με την παρουσία της γραμματέως και απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ